Δευτέρα 27 Απριλίου 2015

Πιστοποιητικό γνησιότητας

Μπράβο σου φίλε
Έμαθες να μετράς το μπόι της ψυχής σε δάκρυα
και την γνησιότητα της λέξης σε αίμα.
Πρέπει να χειροκροτήσουμε την κρίση σου.
Μόνο που ακόμα δεν κατάφερες να ξεχωρίσεις
αν έριξε ο άνθρωπος μπόι από τα δικά του δάκρυα
ή των άλλων..
Αν η λέξη πήρε πιστοποιητικό γνησιότητας
από το αίμα της δικής του φλέβας
ή όσων σκότωσε…
Όλοι μπορούν να κάνουν ‘παπάδες’
με κλεμμένα υλικά..
Κλεμμένα όνειρα… ζωές… ψυχές…
Μαγκιά είναι όμως να το κάνεις με υλικά δικά σου.
Να ιδρώσει το δικό σου μέτωπο σκάβοντας
όχι το χωράφι άλλου αλλά του κήπου σου.
Να φυτρώσει λουλούδι
εκεί που το δικό σου αίμα έβρεξε…
Ν’ αναστηθεί δημιουργία από τα δικά σου δάκρυα…
Όχι των άλλων…
Η γνώση της ψυχής δεν αποκτιέται από κανένα βιβλίο…
Δεν διδάσκεται σε κανένα πανεπιστήμιο..
Πείρα είναι καρπός που ευδοκιμεί
σε δουλεμένα από ζωή χωράφια.
Εκεί που αναπτύσσεται και η κρίση…
Μόνο όταν ζεις κάτι μπορείς να πεις ότι το ξέρεις.
Αν χρειάζεται να κλέβεις ατάκες
από ξένα περιβόλια…
Πάντα θα σε ξεγελούν τα πλαστά..
Οι κλέφτες σαν εσένα που αυτοθεωρούνται γνήσιοι.
Αλλά την γνησιότητα δεν θα την αναγνωρίσεις ποτέ.

Βίκυ Γκούμα


Café de Flore





Μια νύχτα στο Παρίσι
στη Sacre Coeur καθισμένη στα σκαλιά
είδα την πόλη να ραγίζει
μια άρπα που έκλαιγε
σε έκπτωτη αγκαλιά.

Με μια κόκκινη ομπρέλα σε αυταπάτες
περπατήσαμε μαζί
χωρίς πάθος μου έλεγε οι διαβάτες
είναι ένας πίνακας χωρίς ζωγραφική.

Μια κατακόκκινη βροχή.
Βροχή από αίμα.
Ξεπλένει τις αναστολές.
Κι είναι η ντροπή που λες
εισιτήριο για λάθος διαδρομές.

Κι ύστερα φτάσαμε μαζί
εκεί που οι χίμαιρες διαλέγουν θύμα.
Σε ένα βήμα
κρίνεται η τύχη σου κουτέ!
Εγώ πάντα! Εσύ ποτέ!
Στο café de Floré.

Μια νύχτα στο Παρίσι
κάτω απ’ τα φώτα στην Champs Elysees
είδα το ψέμα πως αρχίζει
παράσταση που στήθηκε
σε ακριβό καμπαρέ.

Με την κόκκινη ομπρέλα μου ανοιγμένη
στάθηκα πάνω στη σκηνή
υποκλίθηκα κάπως σαστισμένη
σε χειροκρότημα δίχως γιατί.

Κι αφού περπάτησα πολύ
Έφτασα εκεί που οι χίμαιρες διαλέγουν θύμα.
Σε ένα βήμα
κρίνεται η τύχη σου κουτέ!
Εγώ πάντα! Εσύ ποτέ!
Στο café de Floré.

Μια κατακόκκινη βροχή.
Βροχή από αίμα.
Ξεπλένει τις αναστολές.
Κι είναι η ντροπή που λες
εισιτήριο για λάθος διαδρομές.

Βίκυ Γκούμα


Τώρα που ξέρω





Βγήκα για λίγο έξω από μένα να ρωτήσω
σε ποια του φόβου γειτονιά γυρνάς.
Δίστασες για λίγο ν’ απαντήσεις..
Είπες σ’ εκείνη που τα όνειρα πουλάς.

Τώρα που ξέρω πόσο τα όνειρα κοστίζουν
Δεν μου έμεινε άλλη ψυχή.
Να πληρώσω όσο- όσο
Πίσω για να μου γυρίσουν
Το παιδί που μέσα μου σκότωσες εσύ.

Τώρα που ξέρω τι να ζητήσω
Δεν μου έμειναν λέξεις να μιλήσω..
Τώρα που ξέρω πως να ζήσω
Ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω..

Βγήκα για λίγο έξω από μένα να γελάσω
Με του χρόνου τις αναβολές
Βρήκες τον τρόπο να με στήσεις
Εκεί που ρίχνουν τις χαριστικές βολές..

Βίκυ Γκούμα
Που ήσουν;





Εσύ που νομίζεις πως με ξέρεις
Πες μου
που ακριβώς με συνάντησες;
Σε ποια της ψυχής μονοπάτια περπατήσαμε αντάμα;
Σκέψου σε παρακαλώ και απάντησε μου
γιατί εγώ δεν θυμάμαι…
Που ήσουν στις πρώτες χαμηλές μου πτήσεις
όταν οι απορίες μου χαστούκιζαν άγρια το βλέμμα;
Σε πιο θρανίο της γνώσης μαθητεύσαμε πλάι-πλάι;
Πότε λερώσαμε με κιμωλίες τα δάχτυλα της φαντασίας μας μαζί;
Πότε φίλησες τα γδαρμένα μου γόνατα;
Σκούπισες την σπασμένη μου μούρη από τα αίματα;
Χάιδεψες την τρομαγμένη μου ψυχή;
Πότε φλερτάραμε παρέα με τον θάνατο;
Ακούσαμε τα δάκρυα μας να τραγουδούν
μεθυσμένα τα χαράματα στους δρόμους;
Πότε ψηθήκαμε αγκαζέ στον καυτό ήλιο έρωτα;
Πότε πνιγήκαμε σε θάλασσες γέλιου; Πότε;
Πότε σου έφερα απ’ το χέρι ν’ αντικρίσεις τα φωτεινά
σαν άστρα μάτια της ζωής μου;
Πότε με γλίτωσες από απ’ τα γαμψά νύχια της ανέχειας;
Μοιραστήκαμε μαζί ψωμί ευγνωμοσύνης;
Κρασί απογοήτευσης; Νεράκι ελπίδας;
Ζαχαρωτά όνειρα απ’ το ίδιο σακουλάκι;
Που ήσουν όταν με γρονθοκοπούσαν τα πρέπει;
Όταν το μαχαίρι της αλήθειας με απειλούσε κατάματα;
Όταν με τρυπούσαν οι βελόνες της απελπισίας που ήσουν;
Όταν κυλιόμουν στα πατώματα της αξιοπρέπειας;
Όταν το χώμα κατάπινε το οξυγόνο από το στήθος μου;
Όταν χόρευα αγκαλιά με το μέλλον και οι αποφάσεις
μου χτυπούσαν παλαμάκια που ήσουν;;;
Και τώρα όταν το παρελθόν σκορπά φωτογραφίες σε μικρά καφέ
και το παρόν με αρπάζει από τα μαλλιά να χώσει
το κεφάλι μου στις λάσπες που είσαι;
Δεν σε θυμάμαι κάπου…
Δεν σε είδα πουθενά…
Σε άκουσα μόνο να με κρίνεις…
Και λίγο έλειψε να πιστέψω κι εγώ πως με ξέρεις…
κι από χθες..
εσύ που με συνάντησες σήμερα!

Βίκυ Γκούμα
Άνθρωποι ομπρέλες 


Άνθρωποι ομπρέλες
σαν βρέχει λάσπη ανοίγουν
την ψυχή τους πάνω από τις πληγές.
Σου φορούν την καρδιά τους
αλεξίσφαιρο γιλέκο
να μη σε βρίσκουν τα βόλια της κακίας.
Όταν οι άλλοι σε σπρώχνουν 
αυτοί απλώνουν τα χέρια 
πλέκοντας δίχτυ ασφαλείας.
Όταν άλλοι σε κόβουν από το περιβόλι της καρδιάς
που λάτρεψες και σε ρίχνουν στο κενό 
αυτοί γίνονται ανθρώπινη σκάλα 
που εμφανίζεται στο πουθενά
για να σε ανεβάσει σε άλλο επίπεδο.
Όταν μπλοκάρουν τους κινητήρες σου εν πτήση
είναι αυτοί που φυσούν με την δική τους ανάσα
στα φτερά σου να συνεχίσεις το ταξίδι στα σύννεφα..
υπάρχει άραγε πιο όμορφο..
πιο ουσιαστικό μοίρασμα από αυτό;
Ευχαριστώ… που υπάρχετε….
Για χάρη σας αξίζει το ταξίδι.

Βίκυ Γκούμα